συνεχής

συνεχής, ἐς ['держащийся вместе'] связанный, связный, непрерывный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "συνεχής" в других словарях:

  • συνεχῆς — συνεχής holding together masc/fem acc pl (attic epic doric) συνεχής holding together masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεχής — holding together masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεχής — ές, ΝΜΑ και αττ. τ. ξυνεχής, ές, Α [συνέχω] 1. (για πράγμ. και με τοπ. σημ.) αυτός που αποτελεί αδιάσπαστη σειρά με έναν άλλο, αυτός που επικοινωνεί με άλλον, ο συνεχόμενος (α. «συνεχή δωμάτια» β. «οἰκήματα... ξυνεχῆ ὥστε ἐν φαίνεσθαι τεῑχος… …   Dictionary of Greek

  • συνεχής — [сннэхис] εκ. непрерывный, постоянный, продолжительный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • συνεχής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, επίρρ. συνεχώς και συνέχεια 1. αδιάκοπος: Οι συνεχείς πόλεμοι εξάντλησαν τις δυνάμεις τους. 2. αυτός που συνδέεται με κάτι άλλο: Συνεχή δωμάτια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συνέχῃς — συνόχωκα to be pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεχῆ — συνεχής holding together neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) συνεχής holding together masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) συνεχής holding together masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεχέστερον — συνεχής holding together adverbial comp συνεχής holding together masc acc comp sg συνεχής holding together neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυνεχής — συνεχής , συνεχής holding together masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεχεστέραις — συνεχής holding together fem dat comp pl συνεχεστέρᾱͅς , συνεχής holding together fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεχεστέρων — συνεχής holding together fem gen comp pl συνεχής holding together masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.